σχολαστικός

σχολαστικός
схоластик (учёный дурак)

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σχολαστικός" в других словарях:

  • σχολαστικός — inclined to ease masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχολαστικός — ή, ό / σχολαστικός, ή, όν, ΝΜΑ, και σκολαστικός, ή, ό, Ν νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παιδεία και στις αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν στις εκκλησιαστικές σχολές και στα μοναστήρια τής Δύσης κατά τον Μεσαίωνα («σχολαστική παιδεία») 2 …   Dictionary of Greek

  • σχολαστικός — [схоластикос] яг. схоластический, педантичный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σχολαστικός — [схоластикос] ουσ. а. схоластик, педант …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σχολαστικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στις θεολογικές και φιλοσοφικές σχολές του μεσαίωνα καθώς και ο οπαδός των θεωριών τους. 2. αυτός που είναι προσηλωμένος στους τύπους ή στις λεπτομέρειες κάποιου πράγματος σε όλες τις ενέργειές του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ευλόγιος ο σχολαστικός — Βυζαντινός γραμματικός. Συγγραφέας του έργου Απορίαι και λύσεις, το οποίο αναφέρεται στις δυσκολίες του τυπικού της ελληνικής γλώσσας με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την περίοδο στην οποία έζησε …   Dictionary of Greek

  • Λεόντιος ο Σχολαστικός — (6ος αι. μ.Χ.). Βυζαντινός νομομαθής, γνωστός και με το παρωνύμιο Μινώταυρος. Ασκούσε το επάγγελμα του σχολαστικού, δηλαδή παρείχε νομικές συμβουλές επ’ αμοιβή. Διακρίθηκε και ως επιγραμματοποιός. Σε αυτόν αποδίδονται είκοσι επιγράμματα, τα οποία …   Dictionary of Greek

  • σχολαστικά — σχολαστικός inclined to ease neut nom/voc/acc pl σχολαστικά̱ , σχολαστικός inclined to ease fem nom/voc/acc dual σχολαστικά̱ , σχολαστικός inclined to ease fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχολαστικωτέραις — σχολαστικός inclined to ease fem dat comp pl σχολαστικωτέρᾱͅς , σχολαστικός inclined to ease fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχολαστικῶν — σχολαστικός inclined to ease fem gen pl σχολαστικός inclined to ease masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχολαστικόν — σχολαστικός inclined to ease masc acc sg σχολαστικός inclined to ease neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»